εξωτερίκευση

εξωτερίκευση
[-ις (-εως)] η обнаружение, проявление, выражение, высказывание (чувств, мыслей и т. п.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "εξωτερίκευση" в других словарях:

  • εξωτερίκευση — η έκφραση, φανέρωση («εξωτερίκευση σκέψεων»). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ., στον λόγιο τ., εξωτερίκευσις (< εξωτερικεύω) μαρτυρείται από το 1859 στον Παναγ. Χιώτη. Πρόκειται για απόδοση ξεν. όρου (πρβλ. αγγλ. exteriorization < exteriorize «εξωτερικεύω»)] …   Dictionary of Greek

  • εξωτερίκευση — η 1. εκδήλωση, έκφανση, φανέρωμα: Εξωτερίκευση σκέψεων. 2. (ψυχ.), η ενέργεια με την οποία εσωτερικό γεγονός της συνείδησης εκδηλώνεται με εξωτερικές ενδείξεις …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έκφραση — Ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται κάτι· η παράσταση νοημάτων ή ψυχικών τάσεων, διαθέσεων, με σημεία αισθητά, λέξεις, σχήματα, ήχους, μορφασμούς· γραμματειακό είδος κατά το οποίο περιγράφονται αρχιτεκτονικά ή καλλιτεχνικά μνημεία, γεωγραφικά ή… …   Dictionary of Greek

  • λατρεία — Το αίσθημα που ωθεί τον άνθρωπο να αναγνωρίσει την ανωτερότητα ενός άλλου όντος και, κατά συνέπεια, τη δική του κατωτερότητα απέναντι στο ον αυτό, εκφραζόμενη μέσω του σεβασμού. Στο θρησκευτικό πεδίο, η λ. αποτελεί τη βάση κάθε θρησκείας, καθώς η …   Dictionary of Greek

  • έκφραση — η 1. εξωτερίκευση, εκδήλωση, διατύπωση: Έκφραση χαράς. 2. η απεικόνιση ψυχικής κατάστασης ή διάθεσης στο πρόσωπο κάποιου: Η έκφραση του προσώπου του έδειχνε άνθρωπο ευγενικό. 3. ο τρόπος που εκφράζεται κανείς, ύφος, στιλ: Γλαφυρή έκφραση. 4.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ήθος — το (AM ἦθος) 1. το σύνολο τών ψυχικών ιδιοτήτων ενός ατόμου, ο χαρακτήρας του, η ψυχική του καλλιέργεια, το ηθικό επίπεδο στο οποίο βρίσκεται, ο ψυχικός του κόσμος 2. στον πληθ. τα ήθη ο τρόπος τής ζωής ατόμων ή λαών, τα έθιμα τους που απορρέουν… …   Dictionary of Greek

  • αλλοτρίωση — Διαδικασία κατά τη διαδρομή της οποίας εκείνο που ανήκει πρωταρχικά στον άνθρωπο και είναι έργο του γίνεται ξένο και εξωτερικό γι’ αυτόν τον ίδιο και καταλήγει να τον εξουσιάσει και να τον υποδουλώσει. Τον όρο α. εισήγαγε στη φιλοσοφία ο Χέγκελ… …   Dictionary of Greek

  • γκραβούρα — Είδος έντυπης παράστασης, κυρίως σε χαρτί ή παρόμοιο υλικό. Δημιουργείται με τη βοήθεια ειδικών πλακών, στις οποίες έχει χαραχτεί το σχέδιο που προορίζεται για εκτύπωση. Οι παραστάσεις αυτές έχουν αισθητική αξία και κοσμούν συνήθως σελίδες… …   Dictionary of Greek

  • διαδήλωση — η 1. η εξωτερίκευση ή εκδήλωση φρονημάτων ή συναισθημάτων 2. παρέλαση στους δρόμους πλήθους που πανηγυρίζει ή διαμαρτύρεται για κάποιο γεγονός 3. πανηγυρική υποδοχή. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1848 στον Γεώργ. Ρουσιάδη] …   Dictionary of Greek

  • εκδήλωση — η 1. έκφραση, εξωτερίκευση («εκδήλωση μίσους») 2. (για πράγμ. ή καταστάσεις) εμφάνιση, ξέσπασμα («εκδήλωση κρίσης») 3. πληθ. οι εκδηλώσεις α) εξωτερικές ενδείξεις συναισθημάτων («φιλόφρονες, εχθρικές κ.λπ. εκδηλώσεις») β) συμπτώματα («εκδηλώσεις… …   Dictionary of Greek

  • εξαντικειμενοποίηση — η (φιλοσ. ψυχολ.) 1. η θεώρηση φανταστικών εικόνων ως πραγματικών σε ορισμένες νοσηρές ψυχικές καταστάσεις 2. η διάκριση μεταξύ τής αίσθησης και τών άλλων γεγονότων τής συνείδησης που συντελείται ήδη από πολύ μικρή ηλικία 3. (κατά τον… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»